ἑκκαιδεκάπηχυς

ἑκκαιδεκά-πηχυς, [dialect] Dor. [suff] ἑκκαιδεκά-πᾱχυς, υ, gen. εος, [var] contr. ους,
A sixteen cubits long or high, Decr.Byz. ap. D.18.91, IG11(2).161 D120 (Delos, iii B.C.), Plb.5.89.6.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εκκαιδεκάπηχυς — ἑκκαιδεκάπηχυς και ἑκκαιδεκάπαχυς, υ (Α) αυτός που έχει ύψος ή μήκος δεκαέξι πήχεων …   Dictionary of Greek

  • ἑκκαιδεκαπήχεις — ἑκκαιδεκάπηχυς sixteen cubits long masc nom/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκκαιδεκαπάχεις — ἑκκαιδεκαπά̱χεις , ἑκκαιδεκάπηχυς sixteen cubits long masc nom/acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.